Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 

 

(1) Θεσμική κατοχύρωση της νησιωτικότητας στη Συνθήκη και στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα


Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981 δεν συνοδεύτηκε από καμία πρόνοια για την ανάδειξη των ειδικών προβλημάτων των νησιών. Η Ελλάδα δεν επέτυχε τότε να εισαχθεί κάποια ειδική θεσμική μέριμνα για τα νησιά στη συμφωνία προσχώρησης της Ελλάδας, σε αντίθεση με άλλες χώρες (π.χ. Δανία, Ιρλανδία, Μεγάλη Βρετανία και μετέπειτα Ισπανία και Πορτογαλία), οι οποίες κατοχύρωσαν προνόμια και επέτυχαν ειδικούς όρους προσαρμογής για τα νησιά τους τα οποία σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν υπερπόντια εδάφη.

Ωστόσο, με πρωτοβουλία της χώρας μας και σε συνεργασία με τις άλλες ενδιαφερόμενες χώρες, όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία, πετύχαμε τη θέσπιση των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων που αποτέλεσαν μια πρώτη προσπάθεια ουσιαστικής ευρωπαϊκής περιφερειακής πολιτικής. Τα ΜΟΠ απέφεραν σημαντικά οφέλη στην Ελλάδα και ασφαλώς και στα ελληνικά νησιά. Είχα και εγώ τη δυνατότητα ως Νομάρχης Λέσβου να συμμετάσχω ενεργά στον προγραμματισμό και την εκτέλεση των πρώτων συγχρηματοδοτούμενων κοινοτικών έργων.       

Επόμενος σημαντικός σταθμός στην ευρωπαϊκή περιφερειακή πολιτική ήταν η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (υπογράφηκε το 1986 και τέθηκε σε ισχύ το 1987) με την οποία  εισήχθη στη  Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ο τίτλος ΧVII (δεκαεφτά) ο οποίος αφορά στην πολιτική οικονομικής και κοινωνικής συνοχής της Κοινότητας. Με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (ΕΕΠ) διαμορφώθηκε το νομικό θεμέλιο μιας ιδιαίτερης κοινοτικής πολιτικής αλληλεγγύης μέσω της οποίας θα μπορούσαν να ωφεληθούν και τα ευρωπαϊκά νησιά. Η ΕΕΠ δεν έκανε ωστόσο ειδική  αναφορά στις νησιωτικές περιοχές.    

Το πρώτο ουσιαστικό επίτευγμα όσον αφορά ειδικότερα τις νησιωτικές περιοχές, ήρθε το 1988 στη Σύνοδο Κορυφής της Ρόδου, όταν μετά από πρόταση του Προεδρεύοντος τότε Ανδρέα Παπανδρέου, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα αναγνώρισε για πρώτη φορά την ιδιαιτερότητα του Αιγαίου και των νησιωτικών περιοχών γενικότερα.
Δυστυχώς αυτήν την ευνοϊκή απόφαση δεν μπόρεσε να την αξιοποιήσει η μετέπειτα κυβέρνηση κατά τη διαπραγμάτευση της Συνθήκης του Μάαστριχτ (υπογράφηκε το 1992 και τέθηκε σε ισχύ το 1993).
Σημαντικότατο σταθμό αποτέλεσε ωστόσο η επόμενη αναθεώρηση των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Κατά τη Διακυβερνητική Διάσκεψη που οδήγησε στην υπογραφή της Συνθήκης του Άμστερνταμ (υπογράφηκε το 1997 και τέθηκε σε ισχύ το 1999), η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη πέτυχε μετά από επίπονες και επίμονες διαπραγματεύσεις να συμπεριληφθεί στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα ειδική μνεία για τα νησιά. Ουσιαστικά, με την προσθήκη των νήσων, η τότε κυβέρνηση κατάφερε να αναγνωριστεί από την ΕΕ ο εγγενής και μόνιμος χαρακτήρας των διαρθρωτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι νησιωτικές περιοχές και ως εκ τούτου διαμορφώθηκε πολιτικό, νομικό και οικονομικό προηγούμενο, ώστε να μπορούν να υπάρξουν ειδικές πολιτικές για την ανάπτυξη των νησιών. Τέλος στη Συνθήκη του Άμστερνταμ, ενσωματώθηκε ως παράρτημα μία "Δήλωση σχετικά με τις νησιωτικές περιοχές".    

Ερχόμαστε τώρα στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και την περίφημη κατοχύρωση της νησιωτικότητας.

Το Ευρωσύνταγμα κάνει άμεση αναφορά στα νησιά σε τρία κύρια σημεία του. Το πρώτο είναι το άρθρο ΙΙΙ-220 που αφορά στην οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή και αποτελεί ουσιαστικά εξέλιξη του άρθρου 158 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Το δεύτερο είναι το άρθρο  ΙΙΙ-167, παρ. 3 το οποίο αφορά στις κρατικές ενισχύσεις καθορίζοντας ποιες ενισχύσεις δύνανται να θεωρηθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά. Το άρθρο αυτό αντικαθιστά το άρθρο 87 της  Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Τέλος, αναφορά στα νησιά γίνεται και  στο άρθρο ΙΙΙ-246 που αφορά στα διευρωπαϊκά δίκτυα σε αντικατάσταση του άρθρου 154 της Συνθήκης. 
Η ακριβής διατύπωση των παραπάνω άρθρων αποτέλεσε αντικείμενο μακρών διαπραγματεύσεων και συνεχών τροποποιήσεων κατά τα διάφορα στάδια διαπραγμάτευσης του Συντάγματος, χωρίς τελικά να εγκριθούν στις περισσότερες περιπτώσεις οι αρχικές διατυπώσεις οι οποίες ήταν  ευνοϊκότερες για τα νησιά.   
   
Πάντως, η αναφορά των νησιωτικών περιοχών στο Ευρωσύνταγμα δηλώνει τη βούληση της ΕΕ  να αναλάβει δράσεις για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων των νησιωτικών περιοχών.  Οι δράσεις αυτές  εντάσσονται στο πλαίσιο της περιφερειακής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει ως βασικό στόχο την οικονομική, κοινωνική και τώρα πλέον και εδαφική συνοχή της ΕΕ, με χρηματοδοτήσεις και ενισχύσεις μέσα από τα Διαρθρωτικά Ταμεία και το Ταμείο Συνοχής. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει επίσης να επιδιώξουμε το σχεδιασμό και τη χρηματοδότηση ειδικών μέτρων αποκλειστικά για τις νησιωτικές περιοχές.       


(2) Ακτοπλοΐα στην Ενωμένη Ευρώπη: Οι προκλήσεις για τα ελληνικά νησιά

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει επίσης σε μεγάλο βαθμό την ιδιαιτερότητα του νησιωτικού χώρου και ειδικά των μικρών νησιών της άγονης γραμμής.     
 
Απόδειξη αποτελεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και συγκεκριμένα η πρώην Επίτροπος Μεταφορών κ. Λογιόλα ντε Παλάθιο, το 2003,  ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις που είχε τότε με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Αιγαίου, υιοθέτησε ευεργετικές διατάξεις για τις ακτοπλοϊκές συνδέσεις των νησιών.

Με την Ανακοίνωση που εξέδωσε στο τέλος του 2003 σχετικά με την ερμηνεία του Κανονισμού για τις θαλάσσιες ενδομεταφορές (Καμποτάζ), η Επιτροπή επέτρεψε τη σύναψη μακροχρόνιων συμβάσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας για διάστημα 6 ετών ή ακόμα και 12 ετών για τα μικρά νησιά.


Σήμερα, το πρόγραμμα των άγονων γραμμών χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό με σημαντικά κονδύλια. Μέχρι τον Μάρτιο του 2004  το Υπουργείο Αιγαίου επιδοτούσε  περίπου  50 ‘άγονες’ γραμμές (6.000 περίπου δρομολόγια) με δαπάνη που ξεπερνά τα 25.180.100 ευρώ.

Ο τρόπος όμως αυτός αντιμετώπισης του προβλήματος, δεν εξασφαλίζει μία ριζική και μόνιμη λύση, και δεν βοηθάει την προοπτική ανάπτυξης των περιοχών αυτών. Τα καράβια τα οποία δρομολογούνται στις «άγονες γραμμές» είναι συνήθως παλαιά προσφέροντας κακής ποιότητας υπηρεσίες στους κατοίκους και τους επισκέπτες των νησιών αυτών των γραμμών.

Προκειμένου να δοθεί οριστική λύση στο πρόβλημα συγκοινωνιών των νησιών μας με πρωτοβουλία του Υπουργείου Αιγαίου είχε ανατεθεί    στο Ελληνικό Ινστιτούτο  Μεταφορών, του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης η «Μελέτη Σκοπιμότητας (Κόστους – Οφέλους) εναλλακτικών λύσεων οργάνωσης  του δικτύου ακτοπλοϊκών συνδέσεων ενδοεπικοινωνίας των μικρών νησιών του Αιγαίου».

Η μελέτη αυτή σε δεύτερη φάση επεκτάθηκε στο σύνολο των ‘άγονων’ γραμμών του Αιγαίου Πελάγους, αρμοδιότητας Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και Υπουργείου Αιγαίου.

Μετά και την ολοκλήρωση του κύκλου όλων των συναντήσεων, και πάντα με τη σύμφωνη γνώμη και των τριών εμπλεκομένων Υπουργείων, ΥΠ.ΕΘ.Ο., Υ.Ε.Ν. και ΥΠ.ΑΙ., αποφασίστηκε η χρηματοδότηση των ακτοπλοϊκών συνδέσεων ενδοεπικοινωνίας των μικρών νησιών του Αιγαίου  να γίνεται στο εξής μέσω συμβάσεων μακροχρόνιας παραχώρησης τύπου PFI (Private Financial Initiatives).

Το Δημόσιο θα εισέφερε στον επενδυτή ετήσιο κατ’ αποκοπή τίμημα για την κάλυψη των δαπανών οι οποίες δεν ανακτούνται από τα προβλεπόμενα έσοδα κατά την λειτουργία των γραμμών.
Αυτό όμως προϋπόθετε ότι η σύμβαση θα όριζε σαφείς προδιαγραφές λειτουργίας και επιπέδων εξυπηρέτησης για τα δρομολόγια των άγονων γραμμών.

Η πρώτη πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος θα γινόταν στα ακριτικά νησιά.

Το Πρόγραμμα προέβλεπε την σταδιακή επέκταση των πιλοτικού μοντέλου ακτοπλοϊκής εξυπηρέτησης των άγονων γραμμών στις υπόλοιπες 24 κύριες άγονες γραμμές του Αιγαίου, μέχρι το 2010, σε αντικατάσταση του υφιστάμενου συστήματος των ετήσιων επαναλαμβανόμενων διαγωνισμών ανάθεσης μονοετών συμβάσεων δημόσιας υπηρεσίας για τις γραμμές αυτές. 

Δυστυχώς όμως, η εφαρμογή του νέου σχήματος λειτουργίας των άγονων γραμμών του Αιγαίου δεν έχει υλοποιηθεί ακόμα παρά τα αναμενόμενα οφέλη για το κράτος, την κοινωνική και περιφερειακή ανάπτυξη, αλλά και την τόνωση της ακτοπλοϊκής αγοράς.

Έτσι με αυτόν τον τρόπο ακυρώνεται όλη η προηγούμενη μακροχρόνια προσπάθεια που έγινε με την συνεργασία τριών Υπουργείων για την οριστική επίλυση του προβλήματος των ακτοπλοϊκών συνδέσεων των άγονων γραμμών μετά από συνεννόηση και με τη σύμφωνη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. 

 

(3) Υπερδόμηση των νησιών - Προστασία του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος
Το δομημένο περιβάλλον των οικισμών του Αιγαίου συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο υψηλά δείγματα του νεότερου ελληνικού πολιτισμού. Για αιώνες, με απλά μέσα και υλικά οι κάτοικοι των νησιών, έχοντας ως βασικούς κανόνες την ανθρώπινη κλίμακα, την ηπιότητα και την ταπεινότητα του φυσικού περιβάλλοντος, κατάφεραν να δημιουργήσουν μια κτιστή κληρονομιά μεγάλης αισθητικής πληρότητας. Η κληρονομιά αυτή, της οποίας η προστασία και η διατήρηση αποτελούσε όχι μόνο πολιτιστικό χρέος αλλά και αναπτυξιακή αναγκαιότητα, κινδύνεψε να πληγεί ανεπανόρθωτα τις τελευταίες δεκαετίες εξ αιτίας κυρίως των σοβαρότατων παρενεργειών μιας ανεξέλεγκτης τουριστικής «ανάπτυξης».
Στη διάρκεια της τετραετίας 2000-2004  την τετραετία κατά την οποία είχα την πολιτική του ευθύνη το Υπουργείο Αιγαίου, με τις δυνατότητες που επέτρεπαν οι συγκεκριμένες αρμοδιότητές του  που δυστυχώς δεν περιλαμβάνουν την χωροθέτηση λειτουργιών και δράσεων σχεδίασε και εφάρμοσε μια ολοκληρωμένη πολιτική προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς των νησιών. Η προσπάθεια αυτή υπήρξε, δυστυχώς, η μόνη μέχρι σήμερα οργανωμένη παρέμβαση της ελληνικής πολιτείας για την προστασία τα-ου -δομημένου περιβάλλοντος στη χώρα μας. Ήταν επίσης μια προσπάθεια πολύ τολμηρή, γιατί ακριβώς ήρθε να καλύψει την καθυστέρηση πολλών δεκαετιών και να αντιμετωπίσει, αν όχι να αλλάξει, τις κατεστημένες πια νοοτροπίες που συνέβαλαν στη διόγκωση του προβλήματος.
Στο πλαίσιο αυτό πήραμε πρωτοβουλίες σε δύο επίπεδα: Το πρώτο αφορούσε τη διασφάλιση υψηλής ποιότητας στις νέες οικοδομικές δραστηριότητες, δηλαδή την παραγωγή νέων κτιρίων ή τις επεμβάσεις σε παλαιά με τρόπο συμβατό με το ιστορικά δομημένο περιβάλλον και με τη μέγιστη προσαρμογή στο τοπίο. Η φιλόδοξη αυτή προσπάθεια είχε ως στόχο όχι τη στείρα μίμηση μορφολογικών στοιχείων αλλά  μέσα από τον εντοπισμό των ιδιαίτερων και διακεκριμένων αρχιτεκτονικών και πολεοδομικών χαρακτηριστικών κάθε οικισμού ή ομάδας οικισμών  την παραγωγή κτιρίων που θα ακολουθούν το πνεύμα και την ουσία της αρχιτεκτονικής κάθε τόπου.
Στην κατεύθυνση αυτή προσανατολίσαμε το έργο μας στη σύνταξη ενός θεσμικού πλαισίου προστασίας του τοπίου των νησιών, δια μέσου της κήρυξής τους ως ιδιαιτέρου κάλλους, επιβάλλοντας μορφολογικούς όρους αλλά και περιορισμούς δόμησης, με την έκδοση Προεδρικών Διαταγμάτων για 27 νησιά, μικρού και μεσαίου μεγέθους. Στο ίδιο διάστημα εκδόθηκαν ξεχωριστά Προεδρικά Διατάγματα για περισσότερες από 50 οικιστικές ενότητες και άλλα τόσα για μικρούς ή μεγάλους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα οποία βασίστηκαν σε μελέτες που εκπόνησαν Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα όπως το Ε.Μ.Π., το Α.Π.Θ, το Πολυτεχνείο Κρήτης και το Πανεπιστήμιο Πατρών. Επιπροσθέτως σε 185 νησίδες ή βραχονησίδες απαγορεύθηκε οποιαδήποτε οικοδομική δραστηριότητα.
Ένα δεύτερο επίπεδο νομοθετικών πρωτοβουλιών αφορούσε την αποκατάσταση των νησιωτικών τοπίων και των οικισμών του Αιγαίου από τις ασύμβατες ανθρώπινες κατασκευές. Στα νησιά, ιδιαίτερα σε εκείνα που έχουν έντονη τουριστική ανάπτυξη, παρατηρείται μια προσβλητική δυσαρμονία των ανθρωπογενών παρεμβάσεων προς το περιβάλλον, κυρίως από πάσης φύσεως οικοδομήματα της εικοσαετίας 1960-1980. Η κακή αυτή εικόνα  προκαλείται κυρίως από μεγάλους όγκους οικοδομών  ιδιαίτερα τουριστικών μονάδων λόγω  της υπερεκμετάλλευσης στη δόμηση ή λόγω της κακής ογκοπλαστικής και λειτουργικής οργάνωσης των κτιρίων τους.
Με νομοσχέδιο που συντάξαμε  το οποίο μετά την ψήφισή του από τη Βουλή των Ελλήνων, το Νοέμβριο του 2003, έγινε πλέον νόμος του κράτους -δρομολογήθηκε η διαδικασία, όπως χαρακτηριστικά ονομάστηκε, της «απόσυρσης κτιρίων» μη συμβατών με την ανθρώπινη κλίμακα και το μέτρο που διακρίνει την αρχιτεκτονική των νησιών του Αιγαίου ανά τους αιώνες. Με το νόμο αυτό, εισάγεται για πρώτη φορά, μία νέα πρακτική προστασίας και ανάδειξης του φυσικού περιβάλλοντος και της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας των νησιών σύμφωνα με την οποία κάθε κτίριο ή συστάδα κτιρίων αντιμετωπίζεται μεμονωμένα ως ουσιαστικός παράγοντας διαμόρφωσης του ευρύτερου αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος.
Η κατανόηση και η αποδοχή της πολιτικής αυτής από τις τοπικές κοινωνίες, επιβεβαιώνει την παρήγορη διαπίστωση ότι με τον καιρό έγινε συνείδηση στους νησιώτες ότι η διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του τόπου τους αποτελεί αναγκαιότητα για τη στήριξη και την ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας και προϋπόθεση για ένα καλύτερο αύριο. Η διαπίστωση αυτή με επιτρέπει να ελπίζω ότι η πολιτική του Υπουργείου Αιγαίου, από το 2000 ως το 2004, δεν θα παραμείνει μια μεμονωμένη νησίδα φροντίδας για το δομημένο περιβάλλον μέσα στη θάλασσα της κρατικής αδιαφορίας δεκαετιών.

Σήμερα το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ δίνει συνέχεια σε αυτή την προσπάθεια, καθώς προβλέπεται μεταξύ άλλων η ίδρυση ξεχωριστού Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Οικισμού με στόχο την προστασία του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος και με οριζόντια παρέμβαση σε όλες τις πολιτικές.

 

(4) Έκθεση πρωτοβουλίας Νίκου Σηφουνάκη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την «προστασία της ευρωπαϊκής φυσικής, αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της υπαίθρου και των νησιωτικών περιοχών».
 
Πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε την έκθεση μου σχετικά με την «προστασία της ευρωπαϊκής φυσικής, αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της υπαίθρου και των νησιωτικών περιοχών».

Για πρώτη φορά υιοθετείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μία έκθεση  που έχει ως στόχο την λήψη συγκεκριμένων δράσεων για τη διατήρηση και αξιοποίηση της κληρονομιάς της Ευρώπης, με ιδιαίτερη αναφορά στην ύπαιθρο, στα νησιά και στους μικρούς παραδοσιακούς οικισμούς.

Η έκθεση παρουσιάζει μία σειρά από προτάσεις ούτως ώστε η Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κράτη μέλη, οι τοπικές και περιφερειακές αρχές, αλλά και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία, ανάδειξη και   μακροπρόθεσμη διαχείριση του ιστορικού πλούτου της υπαίθρου και των νησιωτικών περιοχών προς όφελος της ποιότητας ζωής όλων των Ευρωπαίων πολιτών.

Στην έκθεση μου προτείνονται μεταξύ άλλων οι εξής δράσεις σε ευρωπαϊκό, εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο:

• η επεξεργασία κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου για την προστασία της κληρονομιάς της υπαίθρου, στο οποίο να περιλαμβάνεται η παροχή κινήτρων για τη συντήρηση παραδοσιακών κτηρίων και οικιστικών συνόλων και η διασφάλιση της συμβατότητας των νέων οικοδομικών δραστηριοτήτων με το ιστορικά δομημένο περιβάλλον και τα τοπικά αρχιτεκτονικά πρότυπα,

• η παροχή κινήτρων για τη μερική ή ολική κατεδάφιση, αλλά και την ανάπλαση ασύμβατων κατασκευών, οι οποίες αλλοιώνουν τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του οικισμού ή της περιοχής στην οποία βρίσκονται,

• η μέριμνα ώστε οι αναστηλωτικές παρεμβάσεις στους παραδοσιακούς οικισμούς να είναι συνολικές και να αποσκοπούν στην αποκατάσταση των πρωτογενών αρχιτεκτονικών  μορφών
 
• η μέριμνα ώστε να μην ενισχύονται με κοινοτικούς πόρους έργα εφόσον οδηγούν αποδεδειγμένα στην καταστροφή σημαντικών στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς,

• η διατήρηση της τοπικής τεχνογνωσίας και των παραδοσιακών επαγγελμάτων, καθώς και η προώθηση πρωτοβουλιών που αποσκοπούν στη στήριξη των βιοτεχνικών και επαγγελματικών δραστηριοτήτων, ειδικότερα όσων απειλούνται με εξαφάνιση και είναι απαραίτητες για τη σωστή αποκατάσταση και τη συντήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς,

• η ενίσχυση της διάστασης της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, της Πολιτικής Συνοχής καθώς και στο πρόγραμμα Πολιτισμός (2007-2013) της Ευρωπαϊκής Ένωσης

• η ενθάρρυνση και ενίσχυση του εναλλακτικού αειφόρου τουρισμού κατά προτεραιότητα στους μικρούς παραδοσιακούς οικισμούς, με την υποστήριξη των κοινοτικών χρηματοδοτικών μέσων, όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας, και άλλα,

• η ανάπτυξη στο μέλλον μιας νέας ευρωπαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, όπου, σύμφωνα με το πρότυπο των πολιτιστικών πρωτευουσών, θα επιλέγεται κάθε χρόνο ένας ή δύο  παραδοσιακοί οικισμοί για την πραγματοποίηση πολιτιστικών εκδηλώσεων,   

• η δημιουργία, στο πλαίσιο του Βραβείου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την πολιτιστική κληρονομιά, μίας νέας κατηγορίας βραβείου για την καλύτερη συνολική αναστύλωση ενός παραδοσιακού οικισμού,

• η δημιουργία, σύμφωνα και με πρόσφατη πρόταση στο πλαίσιο του Συμβουλίου Υπουργών της ΕΕ,  ενός Ευρωπαϊκού Καταλόγου Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ανάλογου με εκείνου της ΟΥΝΕΣΚΟ, στον οποίο να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στη διάσταση της τοπικής πολιτιστικής κληρονομιάς της υπαίθρου και των νησιών,


Τέλος, στην έκθεση πρωτοβουλίας προτείνεται η θέσπιση ενός «Ευρωπαϊκού Έτους Πολιτιστικής Κληρονομιάς», το οποίο θα έχει ως στόχο την ευαισθητοποίηση των Ευρωπαίων πολιτών σχετικά με τη σημασία της ανάδειξης της πολιτιστικής τους κληρονομιάς, προβλέποντας τις κατάλληλες δράσεις.

 

 (5) Πρωτοβουλίες της ΕΕ για τη θαλάσσια ρύπανση


Το τραγικό ναυάγιο του κρουαζιερόπλοιου Sea Diamond, το οποίο είχε συνέπεια την απώλεια ζωής δύο επιβατών και την πρόκληση θαλάσσιας ρύπανσης, ανέδειξε το μέγεθος της ανθρώπινης αμέλειας, αλλά και την ανεπάρκεια αντιμετώπισης από τις κρατικές αρχές των ναυτικών ατυχημάτων τα οποία μπορούν να έχουν καταστροφικές συνέπειες για το θαλάσσιο περιβάλλον. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναλάβει τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά τα ναυάγια του Έρικα και του Πρεστίζ, μία σειρά νομοθετικών πρωτοβουλιών με στόχο την αύξηση της ασφάλειας στις θαλάσσιες μεταφορές και την καταπολέμηση της θαλάσσιας ρύπανσης.

Αναφέρω ενδεικτικά τον κανονισμό για τα μονοπύθμενα, την οδηγία για τη θέσπιση ποινικών κυρώσεων για τη θαλάσσια ρύπανση.  Δυστυχώς η σημερινή ελληνική κυβέρνηση απομονώθηκε επανειλημμένα στο Συμβούλιο κατά την εξέταση των παραπάνω νομοθετικών προτάσεων, καθώς δεν  προέταξε την προστασία του περιβάλλοντος.

Πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε το πακέτο Έρικα ΙΙΙ  που περιέχει 7 εφτά νομοθετικές προτάσεις.

Τα προτεινόμενα μέτρα, όπως η ενίσχυση των λιμένων καταφυγής, η  βελτίωση του συστήματος παρακολούθησης των πλοίων, η διερεύνηση των ναυτικών ατυχημάτων, ο αυστηρός και παράλληλος έλεγχος των πλοίων τόσο από το κράτος σημαίας όσο και από το κράτος λιμένα, η αύξηση των επιθεωρήσεων και η βελτίωση των προτύπων για τους νηογνώμονες, καθώς και η επέκταση των δικαιωμάτων αποζημίωσης των επιβατών, αποτελούν τα αναγκαία μέσα για την αποτροπή των ναυτικών ατυχημάτων αλλά και την αντιμετώπιση των συνεπειών τους.